Υπάρχουν καλλιτέχνες που απλώς περνούν από τη ζωή σου.
Και υπάρχουν εκείνοι που, χωρίς να το καταλάβεις, μεγαλώνουν μαζί σου. Ορίζουν πως αγαπάς, ερωτεύεσαι, πονάς και απαλλάσσεσαι από τον πόνο της καρδιάς.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν ένας από αυτούς.
Έφυγε σήμερα, στα 54 του χρόνια, αφήνοντας πίσω του μια διαδρομή που ξεκίνησε από τη Νίκαια και την Πάτρα των πρώτων του εμφανίσεων και έφτασε μέχρι τις μεγαλύτερες πίστες, τις τηλεοπτικές οθόνες, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Το 1992, μόλις είκοσι ετών, εμφανίστηκε επαγγελματικά στην Πάτρα, όπου και τον ανακάλυψε η τότε PolyGram. Έναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το πρώτο του album, Μεσάνυχτα και κάτι.
Από εκεί και πέρα, ο Μαζωνάκης δεν έγινε απλώς ένας ακόμη λαϊκός τραγουδιστής. Έγινε μια ολόκληρη αισθητική.
Με τη χαρακτηριστική φωνή του, τη θεατρικότητα της παρουσίας του, τις επιλογές του στη σκηνή και κυρίως με την ικανότητά του να κινείται ανάμεσα στο λαϊκό, το pop, το dance και το πιο πειραματικό, κατάφερε να φτιάξει έναν ήχο και μια εικόνα που αναγνωρίζονταν αμέσως.
Για όσους μεγαλώσαμε με τη μουσική του, όμως, η ιστορία είναι λίγο διαφορετική.
Δεν είναι μόνο οι δίσκοι, οι επιτυχίες και τα νυχτερινά κέντρα. Είναι οι ηλικίες στις οποίες ακούσαμε αυτά τα τραγούδια. Είναι οι έρωτες που συνδέθηκαν μαζί τους, τα αυτοκίνητα, οι παρέες, τα ξενύχτια, οι χωρισμοί, οι περίοδοι της ζωής μας που έχουν πλέον ένα τραγούδι να τις θυμίζει.
Ο Μαζωνάκης είχε αυτή την παράξενη ικανότητα: να βρίσκεται στο soundtrack της ζωής σου χωρίς να χρειάζεται να τον έχεις επιλέξει συνειδητά. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο επίτευγμα ενός τραγουδιστή. Όχι απλώς να κάνει επιτυχίες, αλλά να δημιουργεί αναμνήσεις.
Ο Μαζώ είχε επίσης μια σχέση με την εικόνα και την υποκριτική που δεν περιορίστηκε στις εμφανίσεις του πάνω στη σκηνή. Συμμετείχε σε κινηματογραφικές παραγωγές, ανάμεσά τους η Θηλυκή Εταιρεία και το Κουράστηκα να Σκοτώνω τους Αγαπητικούς σου, ενώ το 2022 έκανε ένα διαφορετικό κινηματογραφικό βήμα, πρωταγωνιστώντας στη μικρού μήκους ταινία της Εύης Καλογηροπούλου, Στον Θρόνο του Ξέρξη. Η ταινία προβλήθηκε στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ Καννών και απέσπασε το Canal+ Award for Short Film.
Ήταν μια ενδιαφέρουσα πλευρά ενός καλλιτέχνη που δεν φοβήθηκε ποτέ να αλλάξει εικόνα, να δοκιμάσει διαφορετικά πράγματα και να αφήσει το λαϊκό τραγούδι να συναντήσει κόσμους που δεν θα περίμενε κανείς. Η συμμετοχή του σε κινηματογραφικά και τηλεοπτικά projects, οι συνεργασίες του και αργότερα ο ρόλος του ως κριτή σε μουσικά shows και ως coach στο The Voice έδειξαν έναν άνθρωπο που δεν περιορίστηκε ποτέ σε έναν μόνο ρόλο.
Αλλά αν πρέπει να κρατήσω κάτι από τον Γιώργο Μαζωνάκη, δεν θα είναι κάποια τηλεοπτική εμφάνιση ούτε κάποια εντυπωσιακή σκηνική στιγμή.
Θα είναι η φωνή.
Η φωνή που μπήκε στη δεκαετία του ’90 και συνέχισε να υπάρχει σε κάθε επόμενη δεκαετία. Η φωνή που μπορούσε να τραγουδήσει για τον έρωτα, την απώλεια, την απόσταση, τη νύχτα, την επιθυμία και την αυτοκαταστροφή χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερες εξηγήσεις. Και μαζί της, ένας άνθρωπος που κατάφερε να γίνει μέρος της ελληνικής pop κουλτούρας, χωρίς ποτέ να μοιάζει πραγματικά με κανέναν άλλον.
Από το Ανήκω σε μένα μέχρι το Αγαπώ σημαίνει, από το Παιδί της νύχτας μέχρι τις Ώρες μικρές, η μουσική του δεν ήταν απλώς μια σειρά από επιτυχίες. Ήταν στιγμές.
Ίσως γι’ αυτό ένας θάνατος σαν κι αυτόν να μοιάζει τόσο παράξενος.
Γιατί ξαφνικά ένας άνθρωπος που ήταν για δεκαετίες παρών στη μουσική μας γίνεται ανάμνηση. Και τότε συνειδητοποιείς πως, κάπου ανάμεσα στα τραγούδια του, υπάρχει και ένα κομμάτι από τη δική σου ζωή.
Καλό ταξίδι, Μαζώ.
Και κάπου, απόψε, θα παίζεις μουσική. Γιατί (πάντα) ανήκεις σε σένα και στα όνειρα σου. Αυτά που έγιναν και δικά μας.















Αφήστε μια απάντηση