Μοιάζει συχνά σαν η ελληνική δισκογραφία να χωρίζεται σε δύο παράλληλες πραγματικότητες. Από τη μία, η mainstream παραγωγή που κυνηγά αδιάκοπα το επόμενο viral single, το τραγούδι που θα πυροδοτήσει την προσοχή του κοινού για λίγες ακόμη εβδομάδες.
Από την άλλη, υπάρχει εκείνη η διαδρομή όπου ο καλλιτέχνης προχωρά πιο αργά και πιο επίμονα, γράφοντας τραγούδια που πρώτα απ’ όλα πρέπει να ικανοποιούν τον ίδιο, με την υπομονή να περιμένει το κοινό να τον ανακαλύψει στον δικό του χρόνο.
Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει ξεκάθαρα ο Leon of Athens. Ένας δημιουργός που φαίνεται να εμπιστεύεται περισσότερο τη διάρκεια παρά τη στιγμιαία έκρηξη της δημοφιλίας.

Με μια γεμάτη πλέον δεκαετία στη δισκογραφία, ο Leon of Athens μετρά τρία προσωπικά άλμπουμ, δεκάδες singles και μια σειρά από συνεργασίες στο ενεργητικό του. Κι όμως, για κάποιους εξακολουθεί να μοιάζει με έναν καλλιτέχνη που «πρέπει να ανακαλύψεις», σχεδόν σαν να κάνει τώρα τα πρώτα του βήματα. Μια γνώριμη ελληνική συνθήκη για δημιουργούς που δεν αυτοπροσδιορίζονται ως λαϊκοί.
Η ιδανική αφορμή για να κατανοήσει κανείς τι ακριβώς σημαίνει Leon of Athens δόθηκε στις αρχές του μήνα, στον χώρο του Gazarte. Εκεί πραγματοποίησε τη live εμφάνισή του, σε έναν χώρο που έχει ταυτιστεί με την εμπειρία της σύγχρονης συναυλιακής σκηνής της πόλης. Ένα live που έρχεται ύστερα από μια μακρά περίοδο παρουσίας στο στούντιο, όπου ο καλλιτέχνης προετοίμαζε το πρώτο του άλμπουμ με ελληνικό στίχο.
Τη βραδιά άνοιξε το indie-pop συγκρότημα YAMA, που έχουν ήδη δύο άλμπουμ στο ενεργητικό τους. Με την ορμητικότητα της νεότητας και μια φρεσκάδα στους στίχους που καθρεφτίζει τη γενιά τους, κατάφεραν γρήγορα να πάρουν το κοινό με το μέρος τους, ακόμη κι εκείνους που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν ξανακούσει το όνομά τους.
Μέχρι που στη σκηνή εμφανίζεται ο Leon of Athens. Η αρχή γίνεται με το πιο πρόσφατο solo single του, το Άλλη Μια Μέρα, για να ακολουθήσει το Τι Να Ναι Αυτό. Δύο κομμάτια που λειτουργούν σχεδόν προγραμματικά για τη βραδιά, προϊδεάζοντας το κοινό για το ηχητικό και θεματικό τοπίο του άλμπουμ που αναμένεται το επόμενο διάστημα.
Για την υπόλοιπη μιάμιση ώρα, ο Leon of Athens ξεδιπλώνει ένα set list που διατρέχει σχεδόν ολόκληρη τη διαδρομή του στη δισκογραφία. Τραγούδια που το κοινό έχει ήδη αγκαλιάσει και που αποτυπώνουν διαφορετικές φάσεις της παρουσίας του στην ελληνική indie pop σκηνή.
Στο πρόγραμμα συνυπάρχουν κομμάτια με αγγλικό στίχο, το βασικό δημιουργικό του πεδίο, αλλά και διασκευές ή στιγμές από το ρεπερτόριο άλλων καλλιτεχνών με ελληνικό στίχο, οι οποίες, παραδόξως, κουμπώνουν απόλυτα στο αισθητικό του σύμπαν. Όχι ως απλή προσθήκη, αλλά ως φυσική προέκταση του vibe που έχει ήδη χτιστεί μέσα στη βραδιά.
Καθώς η συναυλία προχωρά, η αίσθηση που μένει είναι ότι όλα λειτουργούν συσσωρευτικά: σαν μια γιορτή της μέχρι τώρα πορείας του, αλλά ταυτόχρονα και σαν ένα συμβολικό κλείσιμο κύκλου. Μια στιγμή απολογισμού πριν από το επόμενο κεφάλαιο ενός καλλιτέχνη που φαίνεται έτοιμος να μετακινήσει ξανά το βλέμμα του και μαζί του και το κοινό που τον ακολουθεί.
Από τη βραδιά δεν έλειψαν και οι συναντήσεις επί σκηνής με καλλιτέχνες με τους οποίους ο Leon of Athens έχει μοιραστεί τραγούδια, είτε ως συνεργάτης σε ντουέτα είτε ως δημιουργός πίσω από κομμάτια της δικής τους δισκογραφίας.

Πρώτη εμφανίστηκε η Billie Kark. Μαζί ερμήνευσαν το δικό της Πάρτυ, πριν περάσουν στο κοινό τους ντουέτο, το Τελευταία Φορά, σε μια στιγμή που κράτησε τη ζωντανή ενέργεια της βραδιάς αβίαστα ψηλά.

Ακολούθησε η Katerine Duska, με την αδιαμφισβήτητη χημεία τους να επιβεβαιώνεται και επί σκηνής. Μια σχέση που δεν περιορίζεται σε μια απλή σύμπραξη, αλλά έχει ήδη δοκιμαστεί στο στούντιο ηχογράφησης, όπου οι δυο τους έχουν συνυπογράψει αρκετό υλικό τα τελευταία χρόνια.

Λίγο πριν από το φινάλε της βραδιάς, στη σκηνή ανέβηκε και η Μαρίνα Σάττι. Η συνεργασία τους δεν περιορίζεται στο πρόσφατο ΕΔΩ, αλλά εκτείνεται και σε τραγούδια που έχει γράψει ο Leon of Athens για τη δισκογραφία της και τα οποία έχουν ήδη βρει τον δρόμο τους προς την επιτυχία.
Έτσι, η συναυλία δεν λειτούργησε μόνο ως μια προσωπική παρουσίαση του υλικού του, αλλά και ως μια μικρή χαρτογράφηση της δημιουργικής του κοινότητας, ενός κύκλου καλλιτεχνών που συναντιούνται ξανά, αυτή τη φορά μπροστά στο κοινό.
Το να βλέπεις ζωντανά τον Leon of Athens να groov-άρει στη σκηνή είναι σαν ένα μικρό ταξίδι στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Σε μια εποχή όπου οι καλλιτέχνες άφηναν τη μουσική να αναπνεύσει, τζάμαραν χωρίς επιτήδευση και χωρίς την αγωνία της επίδειξης, απλώς γιατί ήθελαν να παίξουν.
Η σκηνική του παρουσία κουβαλά ακριβώς αυτή την αίσθηση ελευθερίας. Μια σχεδόν αυθόρμητη συνθήκη όπου το groove δεν είναι τεχνική επίδειξη αλλά φυσική ροή. Όπου το τραγούδι γίνεται χώρος συνάντησης: για ένταση, για μικρούς αυτοσχεδιασμούς, για έναν ρομαντισμό που σήμερα συναντάς όλο και πιο σπάνια.
Σε μια indie pop σκηνή που συχνά κυνηγά την αισθητική, ο Leon of Athens θυμίζει κάτι πιο ουσιαστικό: ότι το καλό τραγούδι, όταν παίζεται ζωντανά, μπορεί ακόμη να δημιουργήσει κοινότητα. Έστω και για λίγα λεπτά κάτω από τα φώτα της σκηνής.

Ο Leon of Athens δεν περιορίζει τον εαυτό του πάνω στη σκηνή, ούτε στον τρόπο που θα εκδηλωθεί, ούτε στο πώς θα επικοινωνήσει τα τραγούδια του, ούτε καν στο πώς τοποθετείται απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω μας. Η σκηνική του παρουσία μοιάζει να λειτουργεί χωρίς φίλτρα και υπολογισμούς. Απολαμβάνει τη στιγμή και, με έναν σχεδόν μεταδοτικό τρόπο, δίνει στο κοινό του την άδεια να κάνει το ίδιο.
Αυτή η ελευθερία δεν προκύπτει από επιτήδευση, αλλά από αυτοπεποίθηση. Από τη σιγουριά ενός καλλιτέχνη που γνωρίζει ακριβώς τι θέλει να πει και πώς να το πει. Αν αυτό δεν είναι ένδειξη ενός δημιουργού που πατά γερά στα πόδια του, που έχει επίγνωση της ταυτότητάς του και του τρόπου με τον οποίο θέλει να συνδιαλλαγεί με το κοινό του, τότε δύσκολα βρίσκει κανείς ένα καλύτερο παράδειγμα.
Σε μια εποχή όπου πολλές live εμφανίσεις μοιάζουν με άσκηση αισθητικής και προσεκτικά ενορχηστρωμένου ύφους, ο Leon of Athens υπενθυμίζει κάτι απλούστερο αλλά πολύ πιο ουσιαστικό: ότι η σκηνή, πριν απ’ όλα, είναι ένας ζωντανός χώρος ανταλλαγής. Ένας τόπος όπου η μουσική δεν παρουσιάζεται απλώς, μοιράζεται.


















Αφήστε μια απάντηση