Advertisement

Ο Γιάννης Πάριος και η εμμονή μας με την ηλικία

«Το ότι φθίνει, φωνή είναι, θα φθαρεί. Αλλά το θέμα είναι να έχεις φωνή πρώτα απ’ όλα και να μπορείς να τραγουδάς με έναν τρόπο που πάντα θα συγκινεί τον κόσμο. Και τι εννοώ να συγκινεί; Όχι να κλαις, να σε αφορά, να γουστάρεις. Εγώ βλέπω τώρα ότι ερμηνεύω καλύτερα. Τότε, είχα απλά πιο καθαρή φωνή.»

Αυτά είπε, ανάμεσα σε άλλα, η Άννα Βίσση, στο πρόσφατο επεισόδιο του Γηροκομείου του Ηλία Ψινάκη, στο YouTube. Με αυτή την απλή εξήγηση περί φθοράς της φωνής και ερμηνείας, ας πιάσουμε το «θέμα» του Γιάννη Πάριου.

Πού ήσουν όταν πρωτάκουσες το Στο Κάτω Κάτω της Γραφής;

Πόσες φορές ταυτίστηκες με το Εγώ Λέω να Πηγαίνω;

Για πόσους/ες κατέληξες να γράψεις Ένα Γράμμα;

Ή πόσες φορές κατέληξες να φωνάζεις ότι Το Πουλάω το Σπίτι;

Ο Γιάννης Πάριος, φέτος, έκλεισε τα 80 του χρόνια. Μπήκε στην ένατη δεκαετία της ζωής του και είναι ακόμα ενεργός, όχι μόνο στις ζωντανές εμφανίσεις, αλλά και δισκογραφικά, αφού μόλις πέρυσι, το 2025, κυκλοφόρησε ένα νέο ολοκληρωμένο album, με τον τίτλο Τα Θαλασσινά του Πάριου.

Ο Πάριος δεν είναι ένας ακόμη άρτιος τραγουδιστής. Δεν είναι ένας έμπειρος, ακόμη, ερμηνευτής. Είναι, εδώ και πολλά χρόνια, σημείο αναφοράς. Κυριολεκτικά, γέννησε ολόκληρη σχολή, που ο ίδιος τη συνέδεσε με αυτή που προηγήθηκε και με αυτές που έπονται. Κάποιοι μεγάλωσαν μαζί του. Κάποιοι δεν γνώρισαν την ελληνική μουσική χωρίς την παρουσία του.

Τότε, πώς καταλήγουμε, μέσα από ένα βίντεο, να ζητούν κάποιοι να αποσυρθεί και μάλιστα κάτω από την ομπρέλα του «για το δικό του καλό»;

Σε κάποια θέματα δεν χρειάζεται να έχουμε γνώμη, αλλά άποψη. Όμως το δεύτερο προϋποθέτει να έχεις μια ολοκληρωμένη θέση, έναν τρόπο σκέψης που καταλήγει να είναι η στάση σου σε ένα ζήτημα. Η γνώμη είναι άμεση, επιφανειακή και συνήθως σε εκθέτει περισσότερο εσένα παρά το αντικείμενο για το οποίο την εκφράζεις.

Το στιγμιότυπο που έκανε τον γύρο του διαδικτύου, σε σημείο που να αναγκάσει τον ίδιο τον Πάριο να τοποθετηθεί για όσα λέγονται για αυτόν, δεν επιβεβαιώνει τίποτα από όλα όσα γράφτηκαν. Δείχνει μια φωνή με φθορά, λογικότατο, αλλά όχι έναν ερμηνευτή σε γενική αποδρομή. Δείχνει έναν τραγουδιστή που κατέχει το αντικείμενο στην παραμικρή λεπτομέρεια και έχει τον έλεγχο όχι μόνο του σώματός του, αλλά και της ορχήστρας πίσω του.

Άρα, με ευκολία, κάποιος/α που κατέχει άποψη δεν θα μπει στη διαδικασία να ασχοληθεί με την εύκολη γνώμη κάποιου.

Όμως όλο αυτό αναδεικνύει ακόμη μια παθογένεια του ελληνικού κοινού.

Ναι, υπάρχουν καλλιτέχνες που ίσως θα έπρεπε, προ πολλού, να είχαν απελευθερώσει τον εαυτό τους από το βάρος των ζωντανών εμφανίσεων. Το κοινό διακρίνει τις αδυναμίες, ο περίγυρος του καλλιτέχνη στέκει ως ανάχωμα για να μην χάσει τα προνόμια και όλοι είναι χαμένοι. Όμως αυτό που πρέπει να αναλογιστούμε είναι η πίεση που δέχεται ένας καλλιτέχνης για να συνεχίσει να παράγει, να είναι αυτό που θέλουμε εμείς να είναι, ενάντια στην επιθυμία του, στη διάθεσή του και στον χρόνο που περνά.

Όταν το κάνει, κρίνουμε για το τι υπάρχει ακόμα. Όταν δεν το κάνει, θεωρούμε ότι πρόδωσε την αγάπη μας. Όταν είναι εν ζωή, το θεωρούμε δεδομένο και βαριόμαστε να του δώσουμε σημασία. Όταν χάνουμε τη φυσική του παρουσία, επιδιδόμαστε σε επικήδειους για το τέλος μιας εποχής, ότι δεν θα ξαναβρεθεί κάποιος/α σαν και αυτόν/η και πόσο τεράστιος/α ήταν.

Μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς ως θεατές και ακροατές. Να μην «χαϊδεύουμε» εγωισμούς. Μπορούμε να κρίνουμε ενώ έχουμε άποψη. Να είμαστε αντικειμενικοί και να μην καβαλάμε με ευκολία το οποιοδήποτε κύμα αποδόμησης ενός καλλιτέχνη που όντως έχει προσφέρει, σε αντίθεση με την εύκολη αποδοχή προσωπικοτήτων που γίνονται κάτι χωρίς να έχουν τίποτα, σε μηδενικό χρόνο.

Μπορούμε να κάνουμε πολλά αλλά και τίποτα. Ή, πολύ απλά, μπορούμε να ακούμε μουσική, να αγαπάμε τους καλλιτέχνες όσο τους έχουμε και να ξεχωρίζουμε τι αξίζει να υπερασπίζεσαι και τι όχι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *